Αρχική Σελίδα Αρχική Σελίδα
  Rss Feeds

09/10/2017 - Η ΕΚΤ διαπιστώνει ότι η διαχείριση του κινδύνου επιτοκίου στις περισσότερες ευρωπαϊκές τράπεζες είναι ικανοποιητική

● Η ΕΚΤ δημοσιεύει τα πορίσματα εποπτικής άσκησης στο πλαίσιο της οποίας εφαρμόστηκαν διάφορες υποθετικές μεταβολές των επιτοκίων.

● Τα υψηλότερα επιτόκια θα οδηγούσαν σε υψηλότερα καθαρά έσοδα από τόκους κατά τα επόμενα τρία έτη για τις περισσότερες τράπεζες, αλλά σε μικρότερη οικονομική αξία του κεφαλαίου.

● Οι επόπτες θα συζητήσουν στη συνέχεια τα αποτελέσματα στο πλαίσιο του εποπτικού διαλόγου με τις επιμέρους τράπεζες.

Τυχόν άνοδος των επιτοκίων θα οδηγούσε σε αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους κατά τα επόμενα τρία έτη για τις περισσότερες τράπεζες που εποπτεύονται άμεσα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), αλλά σε μείωση της οικονομικής αξίας του κεφαλαίου, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που διενέργησε η ΕΚΤ το 2017. Με αυτήν την εποπτική άσκηση η εποπτική αρχή έχει τη δυνατότητα να συγκεντρώσει περισσότερες αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με την έκβαση διαφόρων υποθετικών σεναρίων μεταβολής των επιτοκίων.

Η ΕΚΤ διενέργησε ανάλυση ευαισθησίας σε σχέση με τον κίνδυνο επιτοκίου στα τραπεζικά χαρτοφυλάκια με βάση τα στοιχεία του τέλους του 2016. Σκοπός της άσκησης ήταν να παράσχει στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την ευαισθησία των καθαρών εσόδων από τόκους και της οικονομικής αξίας του κεφαλαίου που περιλαμβάνεται στα τραπεζικά χαρτοφυλάκια σε μεταβολές των επιτοκίων.

Τα αποτελέσματα χρησιμοποιήθηκαν για την ετήσια αξιολόγηση των συνολικών κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών. Ενώ οι κεφαλαιακές ανάγκες των επιμέρους τραπεζών μπορεί να προσαρμοστούν ανάλογα με τους εντοπισθέντες κινδύνους, οι συνολικές κεφαλαιακές ανάγκες δεν θα τροποποιηθούν ως αποτέλεσμα της ανάλυσης ευαισθησίας στις μεταβολές των επιτοκίων, εφόσον όλοι οι άλλοι παράγοντες είναι σταθεροί.

Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εφάρμοσε έξι υποθετικές διαταραχές επιτοκίων προκειμένου να προσδιορίσει πώς η οικονομική αξία του κεφαλαίου και οι προβολές για τα καθαρά έσοδα από τόκους θα μεταβάλλονταν σε ένα περιβάλλον εξελισσόμενων επιτοκίων. Οι έξι διαταραχές βασίστηκαν στις διαταραχές που καθόρισε η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία και αποτύπωναν μεταβολές στο επίπεδο και το σχήμα της καμπύλης των επιτοκίων. Οι διαταραχές ήταν υποθετικές και δεν διαμορφώθηκαν ως προβολές για την εξέλιξη των επιτοκίων στη ζώνη του ευρώ.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, μια υποθετική άνοδος των επιτοκίων κατά 200 μονάδες βάσης θα οδηγούσε συνολικά σε αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους κατά 4,1% το 2017 και 10,5% μέχρι το 2019, ενώ η οικονομική αξία του κεφαλαίου θα μειωνόταν συνολικά κατά 2,7%. Αν τα επιτόκια παρέμεναν στα επίπεδα στα οποία είχαν διαμορφωθεί στο τέλος του 2016 και με μηδενική πιστωτική επέκταση, τα συνολικά καθαρά έσοδα από τόκους θα μειώνονταν ωστόσο κατά 7,5%. Αυτές οι προβολές επηρεάζονται έντονα από τις υποθέσεις που διατυπώνουν οι τράπεζες για τη συμπεριφορά των πελατών τους. Για παράδειγμα, υπό ένα σενάριο αυξανόμενων επιτοκίων, η ακαμψία των καταθέσεων λιανικής αποτελεί μια κρίσιμη υπόθεση προκειμένου να πραγματοποιηθεί η αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους.

Η ΕΚΤ ζήτησε επίσης από τις τράπεζες πληροφορίες σχετικά με τα υποδείγματα συμπεριφοράς που χρησιμοποιούν για τη μέτρηση και τη διαχείριση του κινδύνου επιτοκίου στον οποίο είναι εκτεθειμένες και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούν τους υποκείμενους κινδύνους. Καθώς η συμπεριφορά των πελατών αποτελεί κρίσιμη παράμετρο για τον κίνδυνο επιτοκίου των τραπεζών - ιδίως όσον αφορά τις καταθέσεις - οι τράπεζες χρησιμοποιούν υποδείγματα συμπεριφοράς για την καλύτερη μέτρηση και διαχείριση του κινδύνου επιτοκίου στον οποίο εκτίθενται. Εν προκειμένω, στο πλαίσιο της άσκησης διαπιστώθηκε ότι τα περισσότερα υποδείγματα για τις καταθέσεις βασίζονται αποκλειστικά σε μια περίοδο μειούμενων επιτοκίων και ως εκ τούτου μπορεί να ενέχουν υψηλό κίνδυνο. Οι επόπτες απέκτησαν νέες και σημαντικές πληροφορίες σχετικά με το πώς τα ιδρύματα που εποπτεύουν διαχειρίζονται τους κινδύνους και θα συζητήσουν τα συμπεράσματα με κάθε τράπεζα ξεχωριστά στο πλαίσιο του εποπτικού διαλόγου.

Η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων κατέδειξε επίσης πώς οι τράπεζες χρησιμοποιούν τα επιτοκιακά παράγωγα για την αντιστάθμιση των ανοιγμάτων σε κίνδυνο και την επίτευξη επιθυμητού προφίλ επιτοκίου και πώς υιοθετούν αρκετά διαφορετικές θέσεις έναντι μελλοντικών μεταβολών των επιτοκίων. Εφόσον είναι αναγκαίο, και αυτό το θέμα θα συζητηθεί στο πλαίσιο του εποπτικού διαλόγου με τις επιμέρους τράπεζες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθύνεστε στην κ. Uta Harnischfeger, τηλ.: +49 69 1344 6321

Σημειώσεις:

Οι μεταβολές των επιτοκίων επηρεάζουν τόσο τα έσοδα από τόκους προερχόμενους από τη διακράτηση χρηματοδοτικού μέσου (π.χ. ενός ομολόγου) όσο και την εμπορεύσιμη αξία του ίδιου του μέσου. Επομένως, σε μια ανάλυση ευαισθησίας στις μεταβολές των επιτοκίων πρέπει να παρατηρούνται και οι δυο διαστάσεις.